Γράφει η Αγλαΐα Μπλιούμη, αν. καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και συγγραφέας του μυθιστορήματος «Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα» (εκδ. Κέδρος, 2022)
Πώς να ζωγραφίσεις το άγνωστο που δεν είναι ανείπωτο, μα χιλιοειπωμένο; Γοερό τραγούδι του ξενιτεμού «Γιάννη μου, το μαντίλι σου», λαϊκός πόνος που στιγμάτισε μια εποχή «Στον σταθμό του Μονάχου», και άφησε ένα αόρατο στίγμα να αιωρείται, επισφραγίζοντας το πεπρωμένο εκατομμυρίων ανθρώπων. Εκατομμυρίων ανθρώπων που έγιναν οι μετανάστες μας, που έγιναν οι «γκασταρμπάιτερ» στο πνεύμα μιας στενής οικονομικής αντίληψης… και μπήκε βουλοκέρι.
Ακριβώς αυτό το βουλοκέρι θέλησα να ανοίξω με αυτό το μυθιστόρημα, να διαρραγεί η μονοδιάστατη αντίληψη για τους Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, ώστε η λειτουργία τους στο διάβα της ιστορίας να μην εξαντλείται μόνο στα οικονομικά τους κίνητρα και στη συμβολή τους στο οικονομικό θαύμα της Γερμανίας. Οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία έχτισαν πολύ περισσότερα από οικονομικές σκαλωσιές, έχτισαν πολιτική δράση – όπως εκτενώς περιγράφουν οι γυναίκες συγγραφείς Έλενα Αρτζανίδου και Ελένη Δεληδημητρίου-Τσακμάκη – έχτισαν οικογένειες, με παιδιά να τα μεγαλώνουν στην Ελλάδα οι γιαγιάδες, όπως εύληπτα περιγράφουν στα έργα τους η Χαρούλα Αποστολίδου και η Χρύσα Μαστοροδήμου, έχτισαν μία κοινή ελληνογερμανική μνήμη που στη σημερινή εποχή δια της δεύτερης γενιάς μεταναστών μετασχηματίζει τις ακόμη μονολιθικές ταυτότητες της πρώτης γενιάς σε υβριδικές ταυτότητες, όπως προσπάθησα να αναπαραστήσω στον «Αστυάνακτά» μου.

Μία ατέρμονη διαδικασία ωρίμανσης από τα «ταυτοποιήσιμα χαρακτηριστικά της ελληνικής ψυχής» στην υπέρβαση διπολικών αντιλήψεων «εμείς και αυτοί», γιατί αυτό είναι η υβριδικότητα: ένα αρμονικό πάντρεμα διαφόρων πολιτισμικών στοιχείων και η δημιουργία μιας νέας ταυτοτικής αντίληψης που εδράζεται ακριβώς στους καρπούς αυτών των πολιτισμών «Η Αγλαΐα είναι από εκείνους τους τυχερούς ανθρώπους που με το ένα πόδι πατούν στον δρόμο του «εμείς», με το άλλο πόδι στον δρόμο του «εκείνοι» και με κάθε επιπλέον βήμα πορεύεται στην τρίτη λεωφόρο του «μαζί» […]».
Με το μυθιστόρημά μου θέλησα να διερευνήσω τα όρια της διαπολιτισμικής συνύπαρξης, και πάνω στο ελληνογερμανικό παράδειγμα να εξερευνήσω κατά πόσο είναι εφικτή η λογοτεχνική αναπαράσταση υβριδικών ταυτοτήτων στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης εποχής μας κι έτσι να πλέξω το ανείπωτο με λέξεις μέχρι να γίνει «ειπωμένο» και να φέρει στη συνείδηση των αναγνωστών νεότερες πολιτισμικές εξελίξεις. Κι εγώ μαζί με τους αναγνώστες, καθώς γράφω να εξελίσσω τις σκέψεις μου και να ανατροφοδοτούμε από τον νοητό διάλογο μαζί τους που αργότερα, στις παρουσιάσεις, έγινε ανατροφοδότηση και συγκίνηση.
Κάπως έτσι περιέγραψα στην Σμαρώ Τζενανίδου την επιθυμία μου για το εξώφυλλο. Της ζήτησα δηλαδή κάτι… πανεύκολο: να ζωγραφίσει ένα συλλογικό ανείπωτο, για το οποίο δεν υπάρχουν ακόμη εικόνες και κανείς δε συναντά στο δρόμο. Και πέρα από αυτές τις αφηρημένες πολιτισμικές έννοιες, της ζήτησα να ζωγραφίσει και την ρεαλιστική απεικόνιση της Ελλάδας και της Γερμανίας, να παντρέψει το αφηρημένο με το συγκεκριμένο σε μία ενιαία σύνθεση. Της ζήτησα δηλαδή κάτι πανεύκολο…
Γράφοντας αυτές τις γραμμές αρχίζω και συνειδητοποιώ όλο και πιο πολύ το απαράμιλλο θάρρος που επέδειξε η Σμαρώ αναλαμβάνοντας ένα τέτοιο εξώφυλλο, την αγάπη και την αφοσίωσή της, δεν φανταζόμουν όμως το σχεδόν παράλογο που της ζήτησα. Ναι, τώρα το συνειδητοποιώ…
Κοντός ψαλμός, γιατί οι επιτυχίες εκ του αποτελέσματος φαίνονται και κατά κοινή ομολογία, πρόκειται για ένα εξαιρετικά πετυχημένο εξώφυλλο, όπου η Σμαρώ έβαλε όλη την μαεστρία της και την αγάπη της γνωριμίας μας. Κανείς δεν ξέρει αν οι όγκοι που απεικονίζονται είναι σημαίες ή πολυκατοικίες, όλοι όμως καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για τη διάδραση Ελλάδας και Γερμανίας – να λοιπόν πόσο απλά και συνάμα περίτεχνα η Σμαρώ πάντρεψε το αφηρημένο με το συγκεκριμένο. Τόσο περίτεχνα που χωρίς καμία δική μου οδηγία – και χωρίς να είναι ακόμη έτοιμο όλο το βιβλίο (!) – τα χρώματα, οι έντονες τονικότητες κάθε, ας πούμε, σημαίας, να διεισδύουν στα υπόλοιπα χρώματα της σημαίας αναπαριστώντας μία μοναδική σύλληψη των μετασχηματισμών της πολιτισμικής ταυτότητας· και το τονίζω ξανά, χωρίς καμία δική μου παρέμβαση. Ως εκ τούτου τα κόκκινα χρώματα της γερμανικής σημαίας ενσωματώνουν κίτρινες πινελιές, τα λευκά χρώματα της ελληνικής σημαίας ενσωματώνουν γαλάζια χρώματα και ούτω κάθε εξής.
Η δική μου παρέμβαση υπήρξε μία και μοναδική στο τέλος. Στην αρχική σύλληψη της ζωγράφου οι δύο όγκοι άφηναν ανάμεσά τους μία ανοιχτή προοπτική, σα δύο πόρτες που δεν έκλειναν. Τι ποιο λογικό για ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα να αφήνει και ανοιχτές προοπτικές; Η δική μου επιδίωξη παρόλα αυτά ήταν διαφορετική. Ζήτησα στο βάθος οι δύο όγκοι να ενώνονται, ώστε να δοθεί και η προοπτική της υβριδικότητας: σήμερα η ελληνική και η γερμανική ταυτότητα έχουν σμιλευτεί και σμιλεύονται ακόμη από μία κοινή ευρωπαϊκή πορεία, για αυτό και η Ιστορία θα πρέπει να προσεγγίζεται -επιπρόσθετα- και μέσω μίας υπερεθνικής, ευρωπαϊκής προοπτικής, αφού πια έχουν ήδη διαγραφεί σαράντα χρόνια κοινής ευρωπαϊκής μνήμης:
«Το πεπρωμένο της ρωμιοσύνης είναι η διασπορά της. Εμείς απλώς βουτάμε στη θάλασσα και ξεριζώνουμε τις ρίζες του βυθού».
- PHOTO: Η ασπρόμαυρη φωτογραφία στην αρχή του κειμένου είναι από τη δεκαετία του ’60 και ανήκει στα κρατικά και δημοτικά αρχεία του Μονάχου (RD0668A14). Απεικονίζει στιγμιότυπο από την άφιξη φιλοξενούμενων εργατών στον κεντρικό σταθμό του Μονάχου. Σχεδόν όλοι οι γκασταρμπάιτερ που προερχόταν από τη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη, έφταναν στην πλατφόρμα 11 του σταθμού των τρένων, στο Μόναχο. Εκεί γινόταν η καταγραφή πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους στον προορισμό που ο καθένας είχε σχεδιάσει.